Τί απέγινε ο πληθωρισμός; Γιατί διατηρείται σε τόσο χαμηλά (ή και αρνητικά) επίπεδα;

Αρχική | Απόψεις | Τί απέγινε ο πληθωρισμός; Γιατί διατηρείται σε τόσο χαμηλά (ή και αρνητικά) επίπεδα;
image

Τί απέγινε ο πληθωρισμός; Και όχι μόνον στην Ελλάδα, όπου η διαδικασία της “εσωτερικής υποτίμησης” διατηρεί αρνητικό το δείκτη τιμών καταναλωτή (-1,1% κατά το Φεβρουάριο), αλλά σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή για τις 34 χώρες μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) βρέθηκε στο +1,6% κατά το μήνα Ιανουάριο, διατηρούμενος στο εύρος μεταξύ του 1,0% και του 2,0% όπου βρίσκεται από την αρχή του έτους 2010.

Στην Ευρωζώνη, όπου η ανάπτυξη παραμένει αναιμική, ο δείκτης τιμών καταναλωτή, κατά το μήνα Φεβρουάριο, έφθασε στο 0,7%. Στις ΗΠΑ, ο δείκτης βρέθηκε στο 1,1% και ήταν ο 12ος συνεχόμενος μήνας που ο δείκτης βρίσκεται κάτω από το “στόχο” του 2,0% που έχει θέσει η FED. Με δεδομένη τους ρυθμούς ανάπτυξης που εξακολουθούν να σημειώνουν οι ΗΠΑ, το φαινόμενο αυτό δείχνει να ξεφεύγει από το σύνηθες μοντέλο εξέλιξης των μακροοικονομικών μεγεθών.

(Δείτε στο διάγραμμα, την εξέλιξη του πληθωρισμού στις χώρες του ΟΟΣΑ, κατά την περίοδο 1970 - 2014)

Στο ερώτημα αυτό, οι κεϋνσιανοί οικονομολόγοι απαντούν με τα συνήθη επιχειρήματά τους: Δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση από τις οικονομίες. Και ότι, οι νομισματικές αρχές θα πρέπει να πάρουν μέτρα για την τόνωση της ζήτησης. Όμως, το παράδοξο είναι ότι, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, αυτό προσπαθούν να κάνουν οι νομισματικές αρχές, εδώ και 5 χρόνια, χωρίς κάποιο αξιόλογο αποτέλεσμα, τουλάχιστον σε επίπεδο αύξησης της αμοιβής της εργασίας.

Συχνά οι οικονομολόγοι αρνούνται να δεχθούν ότι, στις δύο τελευταίες δεκαετίες, έχουν μεταβληθεί οι μηχανισμοί που κινούν (και που ορίζουν) την παγκόσμια οικονομία. Το πρόβλημα δεν είναι στη ζήτηση (αν και θα απόφευγα να χρησιμοποιήσω τη λέξη “πρόβλημα”, αφού πρόκειται για μία εξέλιξη φυσιολογική, η οποία δε μπορεί να ανατραπεί). Το ζήτημα βρίσκεται στην προσφορά. Ανάμεσα στις οικονομίες, σε όλο το κόσμο, έχει αναπτυχθεί ένας τεράστιος ανταγωνισμός. Καθώς, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η ρευστότητα στις οικονομίες ήταν υψηλή και τα επιτόκια χαμηλά, οι παραγωγοί είχαν τη δυνατότητα να επεκτείνουν την παραγωγή τους χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες, οι οποίες βοηθούσαν στην αύξηση της παραγωγικότητας. Η εξέλιξη αυτή ανέτρεψε την πεποίθηση των οικονομολόγων ότι το πολύ και φθηνό χρήμα είναι παράγοντας έντονα πληθωριστικός. Οι δείκτες πληθωρισμού σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες δείχνουν ότι, το πολύ και φθηνό χρήμα, μπορεί να είναι αντιπληθωριστικό, όταν επιτρέπουν στην αύξηση της παραγωγής μέσα σε συνθήκες μεγάλες αύξησης της παραγωγικότητας.

Η τεχνολογική πρόοδος βοηθά στην αύξηση της παραγωγής, μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας. Στο παρελθόν, η αύξηση της παραγωγικότητας οδηγούσε σε αύξηση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Και, καθώς οι εργαζόμενοι θα δαπανούσαν περισσότερα χρήματα, θα αυξάνονταν περαιτέρω η απασχόληση, με αποτέλεσμα τη σταδιακή δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων. Όμως, στις τελευταίες δεκαετίες, σε όλες σχεδόν τις χώρες του ΟΟΣΑ, σημειώνεται μία σημαντική απόκλιση μεταξύ της εξέλιξης της παραγωγικότητας και της αμοιβής εργασίας και του μεγέθους της απασχόλησης.

Το αποτέλεσμα αυτών των αποκλίσεων καταλήγει να είναι ένα πλεόνασμα του παράγοντα της εργασίας και η συνεπακόλουθη αύξηση της ανεργίας (ένα φαινόμενο το οποίο έχει ήδη εκδηλωθεί σε μόνιμη βάση στην Ευρώπη, ενώ απειλεί και τις ΗΠΑ). Έτσι τελικά, οι αμοιβές διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα, παρά την αύξηση της παραγωγής και της συνολικής αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας.


Το τεράστιο πρόβλημα, μεταφέρεται στα κράτη. Σε μία περίοδο όπου τα δημοσιονομικά των χωρών μελών του ΟΟΣΑ έχουν “γονατίσει” από την αύξηση των κοινωνικών δαπανών (συντάξεις, περίθαλψη, επιδόματα ανεργίας κλπ), η αύξηση των επιδομάτων ανεργίας προκαλεί μία σημαντική αναστάτωση και βεβαίως, οδηγεί σε περικοπές και σε περιορισμούς.

Πού καταλήγουμε; Δυστυχώς, προς ένα περιβάλλον όπου, θα διατηρούνται μεν οι ρυθμοί ανάπτυξης των οικονομικών σε ανεκτά επίπεδα, αλλά με όλο και ανώτερο επίπεδο “φυσιολογικής ανεργίας” και διατήρηση της αμοιβής της εργασίας σε χαμηλά επίπεδα.

Για πόσο καιρό; Για όσο διάστημα (δηλαδή, δεκαετίες) απαιτηθεί ώστε να ισορροπήσει η ανταγωνιστικότητα μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών (έστω οι χώρες μέλη του ΟΟΣΑ) και των αναπτυσσόμενων οικονομιών, οι οποίες -δυστυχώς- εξακολουθούν να έχουν τεράστια αποθέματα πληθυσμού που θα πρέπει να μετακινήσουν στην παραγωγή. Τουλάχιστον -και αυτό είναι μία παρήγορη εξέλιξη- όσο οι πληθυσμοί αυτοί εισέρχονται στη “μεσαία τάξη” των χωρών αυτών, τόσο αυξάνεται η κατανάλωσή τους και έτσι αποφεύγονται οι απότομες και μεγάλες διακυμάνσεις στην ισορροπία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν άλλα μεγάλα δεινά, που θα ξεφεύγουν από τη σφαίρα της οικονομικής επιστήμης.


Στοιχεία: yardeni.com




Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0 σχολιάστηκε):

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο

Είσοδος Μελών
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text
Newsletter
Δώστε μας το e-mail σας για να λαμβάνετε όλα τα νέα του Συλλόγου μας