Πότε μπορεί να προσβληθεί ένας νόμος ή μία διοικητική πράξη;

Αρχική | Φορολογικά | Εκπαίδευση | Πότε μπορεί να προσβληθεί ένας νόμος ή μία διοικητική πράξη;

Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο οι πολίτες συχνά παρερμηνεύουν. Ας έχουμε υπ’ όψη μας τα παρακάτω:

Με αίτηση ακύρωσης δεν προσβάλλεται νόμος αλλά μόνο διοικητική πράξη. Φυσικά εννοείται ότι κρινεται και η συνταγματικότητα των διατάξεων βάσει των οποίων εκδόθηκε η πράξη, αλλά ΠΟΤΕ δεν ασκείται αίτηση ακύρωσης κατά νόμου.

Αν θέλουμε με τον "ορθόδοξο" τρόπο να προβάλλουμε αντισυνταγματικότητα το κάνουμε κυρίως με δύο τρόπους:

α) Προσβάλλοντας με προσφυγή ένα συγκεκριμένο εκκαθαριστικό (αν πρόκειται για κάποιο φόρο που μας επιβλήθηκε) που εφάρμοσε τον νόμο που θεωρείς αντισυνταγματικό
β) Προσβάλλοντας με αίτηση ακύρωσης την υπουργική απόφαση που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση (όχι την ερμηνευτική εγκύκλιο) του νόμου που θεωρούμε αντισυνταγματικό.

Τα ζητήματα αυτά ρυθμίζει σχετικό Προεδρικό Διάταγμα:


Αρθρο 45 TOY ΠΔ 18 / 1989

(άρθρο 27 ν. 702/1977, 3 παρ. 2 ν. 1470/1984)

Προσβαλλόμενες πράξεις




1.  Η αίτηση  ακυρώσεως  για  υπέρβαση  εξουσίας  ή  παράβαση  νόμου  επιτρέπεται
μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των  νομικών  προσώπων  δημοσίου  δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο  ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου.

2.  Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής  πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής  προσφυγή,  που  ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου  που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου  οργάνου  και  καθιστά  δυνατή  την επανεξέταση  της  υπόθεσης  κατ`  ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση
ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά  της  πράξης  που  εκδίδεται  επί  της  προσφυγής.

Αν  παρέλθει  η  προθεσμία  που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος για την  έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής ή,  σε  περίπτωση  που  δεν  τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή  της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρόμενης, από  την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής.

Με   την  αίτηση  ακυρώσεως  που  ασκήθηκε  κατά  της  τεκμαιρόμενης  απόρριψης  λογίζεται  ότι  συμπροσβάλλεται  και  η  απόφαση  επί   της  προσφυγής  που  τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση.  Η απόφαση  αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως.

3. Σε περίπτωση διοικητικής διαδικασίας  που  προβλέπει  περισσότερα  στάδια  για την κατ`ουσίαν κρίση της υπόθεσης, αν το όργανο ενδιάμεσης  βαθμίδας παραλείψει να αποφανθεί μέσα στη  νόμιμη  προθεσμία  επί  της  προσφυγής   που  απευθύνεται  σ`  αυτό,  ή,  αν  δεν  τάσσεται  τέτοια  προθεσμία, μέσα σε ένα  τρίμηνο  από  την  υποβολή  της  προσφυγής,  ο
ενδιαφερόμενος   έχει  το  δικαίωμα  να  προσφύγει  μέσα  στην  νόμιμη  προθεσμία  κατά  της  παράλειψης  στο  σύνολό  της.  Κατά   τα   λοιπά  εφαρμόζονται οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

4. Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει  συγκεκριμένη  σχέση  με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται  στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και  κατά  της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια.

Η  αρχή  θεωρείται  ότι  αρνείται  την  ενέργεια  αυτή όταν παρέλθει  άπρακτη η ειδική προθεσμία  που  τυχόν  τάσσει  ο  νόμος,  διαφορετικά  όταν παρέλθει τρίμηνο  από  την  υποβολή  της  σχετικής  αιτήσεως  στη  Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την  ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που  ασκείται  πριν
παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη.

Με  την  αίτηση  ακυρώσεως  που  ασκείται  παραδεκτώς  κατά σιωπηρής  αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη  ρητή  αρνητική  πράξη  της  Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται  και αυτοτελώς.

5.  Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές  πράξεις  και  διαταγές, που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας.


***Παρατήρηση:Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 15 ("Προθεσμία διεκπεραίωσης                  υποθέσεων") του Ν. 1943/1991, ΦΕΚ Α 50: "Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού  έχουν ως σκοπό τη δραστηριοποίηση  των  υπηρεσιών  για  την  ταχεία  εξυπηρέτηση  των  πολιτών  και   δεν  επηρεάζουν τις οικίες προθεσμίες της ακυρωτικής διαδικασίας του άρθρου  45 του π.δ. 18/1989".

"6. Σε περίπτωση έλλειψης ομοδικίας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς τον πρώτο αιτούντα και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τους υπόλοιπους. Σε περίπτωση έλλειψης συνάφειας, η αίτηση ακυρώσεως κρατείται ως προς την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη και τις συναφείς με αυτήν και διατάσσεται ο χωρισμός ως προς τις υπόλοιπες."


*** Η παρ.6 προστέθηκε με την παρ.9 άρθρ.22 Ν.3226/2004,ΦΕΚ Α 24/4.2.2004.
Με την παρ.10 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι:
"10. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διαφορές. Ενδικα βοηθήματα ή μέσα που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα από το Συμβούλιο τις Επικρατείας ή τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μετά την 1.1.2000 για μη καταβολή ή ελλιπή καταβολή παραβόλου, μπορούν να ασκηθούν εκ νέου μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού".




Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0 σχολιάστηκε):

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Είσοδος Μελών
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text